Σεμαγλουτίδη εναντίον τιρζεπατίδης: Τι δείχνει η πρώτη συγκριτική μελέτη για την προστασία της καρδιάς
Μεγάλη αμερικανική έρευνα δείχνει ότι οι δύο θεραπείες μειώνουν εξίσου τον καρδιαγγειακό κίνδυνο.
Δύο φάρμακα που έχουν αλλάξει τη διαχείριση του διαβήτη τύπου 2 και της παχυσαρκίας, η σεμαγλουτίδη και η τιρζεπατίδη, βρέθηκαν στο επίκεντρο της μεγαλύτερης μέχρι σήμερα μελέτης που διεξήχθη σε πραγματικές συνθήκες. Τα ευρήματα της έρευνας, που δημοσιεύεται στο Nature Medicine, δείχνουν ότι και τα δύο σκευάσματα προσφέρουν ουσιαστική καρδιοπροστασία, με παρόμοια αποτελέσματα στην πρόληψη καρδιοπαθειών και εγκεφαλικών επεισοδίων.
Πώς διεξήχθη η μελέτη
Όπως διαβάζουμε στο The Brighter Side Of News, η έρευνα πραγματοποιήθηκε από επιστήμονες του Mass General Brigham και βασίστηκε σε δεδομένα από σχεδόν ένα εκατομμύριο ενήλικες στις ΗΠΑ που λάμβαναν είτε σεμαγλουτίδη είτε τιρζεπατίδη την περίοδο 2018-2025. Στόχος ήταν να διερευνηθεί αν οι δύο θεραπείες, που ήδη χρησιμοποιούνται ευρέως για τον έλεγχο του σακχάρου και τη μείωση του βάρους, προσφέρουν τα ίδια οφέλη για την καρδιά και σε συνθήκες καθημερινής ιατρικής πρακτικής – πέρα από το αυστηρό πλαίσιο των κλινικών δοκιμών.
Για να διασφαλιστεί η αξιοπιστία των αποτελεσμάτων, οι ερευνητές αναπαρήγαγαν τον σχεδιασμό δύο γνωστών κλινικών μελετών, των SUSTAIN 6 (για τη σεμαγλουτίδη) και SURPASS-CVOT (για την τιρζεπατίδη). Οι συγκρίσεις επιβεβαίωσαν ότι οι δείκτες κινδύνου για έμφραγμα και εγκεφαλικό συμβάδιζαν με τα δεδομένα των αρχικών δοκιμών, γεγονός που ενίσχυσε την εμπιστοσύνη στη μεθοδολογία.
Στη συνέχεια, η ομάδα επικεντρώθηκε σε πραγματικούς ασθενείς που επισκέπτονταν τακτικά ιατρεία και νοσοκομεία. Περισσότερα από 450.000 άτομα ξεκίνησαν θεραπεία με σεμαγλουτίδη ή σιταγλιπτίνη, ενώ πάνω από 136.000 έλαβαν τιρζεπατίδη ή ντουλαγλουτίδη. Από αυτούς, σχεδόν 300.000 εντάχθηκαν στην άμεση σύγκριση των δύο κύριων φαρμάκων.
Οι συμμετέχοντες είχαν κατά μέσο όρο δείκτη μάζας σώματος μεταξύ 35 και 39, και περίπου οι μισοί ήταν γυναίκες. Πολλοί είχαν ήδη ιστορικό καρδιοπαθειών ή εγκεφαλικού, ενώ ένα σημαντικό ποσοστό εμφάνιζε και χρόνια νεφρική νόσο. Παρότι η μέση παρακολούθηση διήρκεσε περίπου έξι μήνες, αρκετοί ασθενείς διέκοψαν πρόωρα τη θεραπεία – ένα συχνό φαινόμενο στην καθημερινή ιατρική πράξη.
Τι έδειξαν τα αποτελέσματα
Η σεμαγλουτίδη μείωσε τον κίνδυνο εμφράγματος ή εγκεφαλικού κατά 18% σε σύγκριση με τη σιταγλιπτίνη, ενώ τα οφέλη φάνηκαν ήδη μέσα στο πρώτο έτος. Η προστασία ήταν σταθερή σε όλες τις ομάδες, ανεξάρτητα από το πόσο υψηλός ήταν ο αρχικός καρδιολογικός κίνδυνος.
Αντίστοιχα, η τιρζεπατίδη έδειξε πλεονεκτήματα έναντι της ντουλαγλουτίδης – ενός ήδη εγκεκριμένου φαρμάκου για την καρδιά – μειώνοντας τα καρδιαγγειακά επεισόδια (έμφραγμα, εγκεφαλικό ή θάνατο) κατά περίπου 13%. Αν και η διαφορά δεν ήταν τεράστια, θεωρείται σημαντική, ιδιαίτερα λόγω της γρήγορης έναρξης των θετικών επιδράσεων. Σύμφωνα με τον επικεφαλής ερευνητή Νιλς Κρύγκερ, τα οφέλη της τιρζεπατίδης δεν οφείλονται μόνο στη μείωση του βάρους αλλά και σε άλλους μηχανισμούς που σχετίζονται με τη ρύθμιση του μεταβολισμού.
Όταν οι δύο θεραπείες συγκρίθηκαν άμεσα, οι δείκτες καρδιολογικού κινδύνου ήταν σχεδόν ταυτόσημοι. Μέσα σε ένα χρόνο, το ποσοστό εμφράγματος, εγκεφαλικού ή θανάτου ανήλθε στο 1,3% και για τις δύο ομάδες, χωρίς στατιστικά σημαντικές διαφορές. Η μόνη μικρή διαφοροποίηση εντοπίστηκε στη συχνότητα καρδιακής ανεπάρκειας, όπου η τιρζεπατίδη εμφάνισε ελαφρώς μικρότερο κίνδυνο – ωστόσο τα δεδομένα δεν επαρκούν για οριστικά συμπεράσματα.
Στα ζητήματα ασφάλειας, και οι δύο θεραπείες παρουσίασαν χαμηλά ποσοστά ανεπιθύμητων ενεργειών, με λιγότερα περιστατικά λοιμώξεων ή γαστρεντερικών ενοχλήσεων σε σχέση με άλλες κατηγορίες φαρμάκων. Τα δεδομένα δεν έδειξαν καμία ένδειξη σοβαρών παρενεργειών ή λανθασμένων συσχετίσεων.
Η συγκεκριμένη μελέτη αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς οι παρατηρητικές έρευνες μπορούν να καλύψουν τα κενά που αφήνουν οι χρονοβόρες και δαπανηρές κλινικές δοκιμές. Η δημοσίευση των ευρημάτων έρχεται σε μια περίοδο όπου εκατομμύρια ενήλικες στρέφονται σε νέες θεραπείες για τον διαβήτη και την απώλεια βάρους.